smoky
Pronunciation
/ˈsmoʊki/

Ορισμός και σημασία του "smoky"στα αγγλικά

01

καπνιστός, ομιχλώδης

having a hazy or muted quality, often with a grayish or shadowy tone, reminiscent of smoke in appearance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
smokiest
συγκριτικός βαθμός
smokier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The smoky sky at sunset painted the horizon with shades of gray and gold.
Ο καπνιστός ουρανός στο ηλιοβασίλεμα ζωγράφιζε τον ορίζοντα με αποχρώσεις γκρι και χρυσού.
02

καπνιστός, γεμάτος καπνό

emitting or filled with smoke, often creating a hazy or foggy appearance or atmosphere

smoggy

Παραδείγματα
The smoky exhaust from the old truck polluted the air around it.
Ο καπνιστός εξαερισμός του παλιού φορτηγού μόλυνε τον αέρα γύρω του.
03

καπνιστός, με γεύση καπνού

having a taste like smoke
Παραδείγματα
The cheese had a rich, smoky flavor from being aged in a wood-fired cellar.
Το τυρί είχε μια πλούσια, καπνιστή γεύση λόγω της ωρίμανσής του σε ένα κελάρι θερμαινόμενο με ξύλο.
04

καπνιστός, με μυρωδιά καπνού

having a strong smell of smoke
Παραδείγματα
The smoky fragrance of incense filled the room during the meditation session.
Η καπνιστή μυρωδιά του θυμιάματος γέμισε το δωμάτιο κατά τη διάρκεια της συνεδρίας διαλογισμού.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store