Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
smol
01
μικρούλης, μικρούτσικος
a playful or affectionate way to describe something or someone as small and cute
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
smollest
συγκριτικός βαθμός
smoller
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Look at that smol puppy; it's adorable!
Κοίτα αυτό το μικροσκοπικό κουτάβι· είναι αξιολάτρευτο! (Note: "smol" translated as "μικροσκοπικό" but marked as μικροσκοπικό)



























