smoking
smo
ˈsməʊ
smew
king
kɪng
king
smocking

Ορισμός και σημασία του "smoking"στα αγγλικά

01

κάπνισμα, το κάπνισμα

the habit or act of breathing the smoke of a cigarette, pipe, etc. in and out 
smoking definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Smoking is a leading cause of lung cancer and other serious health conditions. 

Το κάπνισμα είναι μια από τις κύριες αιτίες του καρκίνου του πνεύμονα και άλλων σοβρών προβλημάτων υγείας.

02

καπνός, καυτός ατμός

a hot vapor containing fine particles of carbon being produced by combustion 
01

καυτός, σέξι

extremely attractive or hot in appearance 
επιδοκιμαστικό
χιουμοριστικό
ιδιωματισμός
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most smoking
συγκριτικός βαθμός
more smoking
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Did you see her outfit? She's looking smoking today! 

Είδες τη στολή της; Φαίνεται καυτή σήμερα!

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store