smoker
smo
ˈsməʊ
smew
ker
stoker

Ορισμός και σημασία του "smoker"στα αγγλικά

01

βαγόνι για καπνιστές, διαμέρισμα για καπνιστές

a passenger car for passengers who wish to smoke 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
smokers
02

πάρτι για άνδρες, συνάντηση ανδρών

a party for men only (or one considered suitable for men only) 
03

καπνιστής, καπνίστρια

a person who regularly smokes tobacco 
Παραδείγματα
He is a chain smoker. 

Είναι ένας αλυσιδωτός καπνιστής.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store