Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Smoker
01
βαγόνι για καπνιστές, διαμέρισμα για καπνιστές
a passenger car for passengers who wish to smoke
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
smokers
02
πάρτι για άνδρες, συνάντηση ανδρών
a party for men only (or one considered suitable for men only)
03
καπνιστής, καπνίστρια
a person who regularly smokes tobacco
Παραδείγματα
He is a chain smoker.
Είναι ένας αλυσιδωτός καπνιστής.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
nonsmoker
smoker
smoke



























