smoked
smoked
sməʊkt
smewkt
stoked

Ορισμός και σημασία του "smoked"στα αγγλικά

01

καπνιστό, καπνιστό με καπνό ξύλου

(of food) exposed to smoke from burning wood or other materials during the cooking or preservation process 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The smoked salmon had a rich, savory flavor that paired well with cream cheese on bagels. 

Ο καπνιστός σολομός είχε μια πλούσια, αλμυρή γεύση που ταίριαζε καλά με την κρέμα τυριού στα μπέιγκελς.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store