Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Smoking
01
κάπνισμα, το κάπνισμα
the habit or act of breathing the smoke of a cigarette, pipe, etc. in and out
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Smoking in public places is banned in many cities to protect non-smokers.
Το κάπνισμα σε δημόσιους χώρους απαγορεύεται σε πολλές πόλεις για την προστασία των μη καπνιστών.
02
καπνός, καυτός ατμός
a hot vapor containing fine particles of carbon being produced by combustion
smoking
01
καυτός, σέξι
extremely attractive or hot in appearance
Approving
Humorous
Idiom
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most smoking
συγκριτικός βαθμός
more smoking
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
You ’re looking smoking in that suit, man!
Φαίνεσαι καυτός σε αυτό το κοστούμι, φίλε!
Λεξικό Δέντρο
smoking
smoke



























