Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to simmer
01
σιγοβράζω, μαγειρεύω σε χαμηλή φωτιά
to cook something at a temperature just below boiling, allowing it to bubble gently
Transitive: to simmer food
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
simmer
γ΄ ενικό πρόσωπο
simmers
ενεστώτα μετοχή
simmering
απλός αόριστος
simmered
παθητική μετοχή
simmered
Παραδείγματα
She simmers the soup for rich flavor.
Αυτή σιγοβράζει τη σούπα για πλούσια γεύση.
1.1
σιγοβράζω, μαγειρεύω σε χαμηλή φωτιά
to be cooked at a temperature just below boiling, with gentle bubbling
Intransitive
Παραδείγματα
The sauce is currently simmering on the stove.
Η σάλτσα βράζει σιγά στη κουζίνα αυτή τη στιγμή.
02
σιγοβράζω, καίω ανεξέλεγκτα
(of emotions, tensions, or conflicts) to be present but not openly expressed
Intransitive
Παραδείγματα
The resentment between the two colleagues simmered quietly for months before finally erupting in a heated argument.
Η δυσαρέσκεια μεταξύ των δύο συναδέλφων βράζει ήσυχα για μήνες πριν τελικά εκραγεί σε έναν έντονο καβγά.
Simmer
01
απαλό βράσιμο, μαγείρεμα σε χαμηλή φωτιά
the state of a liquid heated to just below boiling, producing gentle bubbles
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
simmers
Παραδείγματα
Keep the sauce at a simmer for 20 minutes.
Κρατήστε τη σάλτσα σε χαμηλή φωτιά για 20 λεπτά.
Λεξικό Δέντρο
simmering
simmer



























