Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Bain-marie
01
μπεν μαρί
a container of hot water used for slow cooking or keeping food warm
Παραδείγματα
The chocolatier used a bain-marie to temper the chocolate, ensuring a smooth and glossy finish.
Ο σοκολατέ χρησιμοποίησε ένα μπεν μαρί για να θερμάνει τη σοκολάτα, εξασφαλίζοντας μια λεία και γυαλιστερή ολοκλήρωση.



























