Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Backlash
01
αρνητική αντίδραση, αντίστροφη αντίδραση
a strong, negative response, against a recent event, decision, or trend
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
backlashes
Παραδείγματα
The new law sparked a widespread backlash among environmental groups.
Ο νέος νόμος προκάλεσε μια ευρεία αντίθεση ανάμεσα σε περιβαλλοντικές ομάδες.
02
αντίκρουση, αναρρίχηση
the quick reverse movement or recoil that follows a forceful impact
Παραδείγματα
The mechanic warned about the risk of backlash when adjusting the gear.
Ο μηχανικός προειδοποίησε για τον κίνδυνο παραθλίψεως κατά τη ρύθμιση του γραναζιού.
to backlash
01
ανατρέπεται εναντίον, έχει αντίστροφο αντίκτυπο
to have an unintended negative consequence that affects the person or group who initiated the action
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
backlash
γ΄ ενικό πρόσωπο
backlashes
ενεστώτα μετοχή
backlashing
απλός αόριστος
backlashed
παθητική μετοχή
backlashed
Παραδείγματα
The smear campaign backlashed and damaged the candidate's own reputation.
Η καμπάνια δυσφήμισης απέδωσε αντίστροφα και υπέβαλε τη φήμη του ίδιου του υποψηφίου.
Λεξικό Δέντρο
backlash
back
lash



























