Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Backpack
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
backpacks
Παραδείγματα
They carried lightweight backpacks to navigate the steep mountain trails more easily.
Κουβαλούσαν ελαφριές σακίδες για να πλοηγηθούν πιο εύκολα στα απότομα μονοπάτια του βουνού.
to backpack
01
ταξιδεύω με σακίδιο, πεζοπορώ με σακίδιο
to hike or travel carrying one's clothes, etc. in a backpack
Intransitive: to backpack somewhere
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
backpack
γ΄ ενικό πρόσωπο
backpacks
ενεστώτα μετοχή
backpacking
απλός αόριστος
backpacked
παθητική μετοχή
backpacked
Παραδείγματα
They made a spontaneous decision to backpack through the remote villages of the Himalayas.
Πήραν μια αυθόρμητη απόφαση να ταξιδέψουν με σακίδιο στα απομακρυσμένα χωριά των Ιμαλαΐων.
Λεξικό Δέντρο
backpack
back
pack



























