backpack
back
ˈbæk
bāk
pack
pæk
pāk
backtrack
back pack

Ορισμός και σημασία του "backpack"στα αγγλικά

01

σακίδιο

a bag designed for carrying on the back, usually used by those who go hiking or climbing 
backpack definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
backpacks
Παραδείγματα
She packed her backpack with all the essentials for the hiking trip. 

Συμπλήρωσε το σακίδιό της με όλα τα απαραίτητα για την πεζοπορία.

to backpack
01

ταξιδεύω με σακίδιο, πεζοπορώ με σακίδιο

to hike or travel carrying one's clothes, etc. in a backpack 
Intransitive: to backpack somewhere
to backpack definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
backpack
γ΄ ενικό πρόσωπο
backpacks
ενεστώτα μετοχή
backpacking
απλός αόριστος
backpacked
παθητική μετοχή
backpacked
Παραδείγματα
During their gap year, they decided to backpack through Southeast Asia. 

Κατά τη διάρκεια του γκιαπ γιερ τους, αποφάσισαν να ταξιδέψουν με σακίδιο στη Νοτιοανατολική Ασία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store