Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Backpack
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
backpacks
Παραδείγματα
She packed her backpack with all the essentials for the hiking trip.
Συμπλήρωσε το σακίδιό της με όλα τα απαραίτητα για την πεζοπορία.
to backpack
01
ταξιδεύω με σακίδιο, πεζοπορώ με σακίδιο
to hike or travel carrying one's clothes, etc. in a backpack
Intransitive: to backpack somewhere
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
backpack
γ΄ ενικό πρόσωπο
backpacks
ενεστώτα μετοχή
backpacking
απλός αόριστος
backpacked
παθητική μετοχή
backpacked
Παραδείγματα
During their gap year, they decided to backpack through Southeast Asia.
Κατά τη διάρκεια του γκιαπ γιερ τους, αποφάσισαν να ταξιδέψουν με σακίδιο στη Νοτιοανατολική Ασία.
Λεξικό Δέντρο
backpack
back
pack



























