Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to lacerate
01
σκίζω, διασπώ
to tear the skin or flesh, causing deep and often irregular wounds
Transitive: to lacerate a person or skin or flesh
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
lacerate
γ΄ ενικό πρόσωπο
lacerates
ενεστώτα μετοχή
lacerating
απλός αόριστος
lacerated
παθητική μετοχή
lacerated
Παραδείγματα
The barbed wire fence has the potential to lacerate anyone attempting to climb over.
Το συρματόπλεγμα έχει τη δυνατότητα να σκίσει όποιον προσπαθήσει να το σκαρφαλώσει.
02
σκίζω, βασανίζω
to make someone suffer from a lot of emotional or mental pain
Transitive: to lacerate someone's emotions
Παραδείγματα
Each rejection lacerated his self-esteem, chipping away at his confidence bit by bit.
Κάθε απόρριψη σκίζει την αυτοεκτίμησή του, διαβρώντας την αυτοπεποίθησή του σιγά σιγά.
03
σκίζω, κριτικάρω
to severely criticize or censure someone or something
Transitive: to lacerate someone's work
Παραδείγματα
The literary critic lacerated the author's latest novel, criticizing its lack of depth and character development.
Ο λογοτεχνικός κριτικός κατακρίνει το τελευταίο μυθιστόρημα του συγγραφέα, επικρίνοντας την έλλειψη βάθους και ανάπτυξης χαρακτήρων.
lacerate
01
σκισμένος, διαμελισμένος
having edges that are jagged from injury
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most lacerate
συγκριτικός βαθμός
more lacerate
διαβαθμίσιμο
02
σκισμένος, ακανόνιστα σκισμένος
irregularly slashed and jagged as if torn
Λεξικό Δέντρο
lacerated
laceration
lacerate



























