Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
werfen
01
πετώ, ρίχνω
Etwas mit Kraft durch die Luft bewegen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
werfe
γ΄ ενικό πρόσωπο
wirft
ενεστώτα μετοχή
werfend
απλός αόριστος
warf
παθητική μετοχή
geworfen
Παραδείγματα
Er wirft den Ball zu seinem Freund.
Αυτός πετάει την μπάλα στον φίλο του.
02
παραμορφώνομαι, καμπυλώνομαι
Sich verformen oder verbiegen, meist durch Feuchtigkeit, Trockenheit oder Temperaturwechsel
Παραδείγματα
Die Holztür hat sich geworfen und schließt nicht mehr richtig.
Η ξύλινη πόρτα παραμορφώθηκε και δεν κλείνει πλέον σωστά.
03
πετώ, εκφέρω
Etwas schnell oder beiläufig äußern oder erstellen
Παραδείγματα
Er warf eine Frage in die Runde.
Αυτός έριξε μια ερώτηση στη συζήτηση.
04
γεννώ, κάνω μικρά
Junge gebären
Παραδείγματα
Unsere Katze hat gestern drei Kätzchen geworfen.
Η γάτα μας γέννησε τρία γατάκια χθες.
05
εφορμώ
Sich schnell oder heftig auf etwas oder jemanden stürzen
Παραδείγματα
Der Tiger warf sich auf die Beute.
Η τίγρη έριξε τον εαυτό της στο θήραμά της.



























