Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Werk
[gender: neuter]
01
έργο, δημιούργημα
Ein geschaffenes Produkt, besonders in Kunst oder Literatur
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Werk(e)s
πληθυντικός τύπος
Werke
Παραδείγματα
Das Werk zeigt große kreative Kraft.
Το έργο δείχνει μεγάλη δημιουργική δύναμη.
02
εργοστάσιο, βιομηχανία
Ein großer Betrieb zur industriellen Herstellung von Produkten
Παραδείγματα
Das Werk befindet sich am Stadtrand.
Το εργοστάσιο βρίσκεται στα προάστια της πόλης.



























