die werkstatt
werkstatt
vɛʁkʃtat
verkshtat

Ορισμός και σημασία του "werkstatt"στα γερμανικά

01

εργαστήριο, εργοστάσιο

Ein Raum oder Gebäude, in dem repariert, gebaut oder gearbeitet wird 
die Werkstatt definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Werkstätten
γενική πτώση
Werkstatt
Παραδείγματα
Mein Auto ist in der Werkstatt. 

Το αυτοκίνητό μου είναι στο εργαστήριο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

werkstatt

werk

+

statt

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store