das werkzeug
werkzeug
vɛʁktsɔɪ̯k
verktsoyk

Ορισμός και σημασία του "werkzeug"στα γερμανικά

01

εργαλείο, όργανο

Etwas, das man benutzt, um etwas zu bauen oder zu reparieren 
das Werkzeug definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Werkzeug(e)s
πληθυντικός τύπος
Werkzeuge
Παραδείγματα
Das Werkzeug liegt auf dem Tisch. 

Το εργαλείο βρίσκεται στο τραπέζι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store