die Werkstatt
Pronunciation
/ˈvɛʁkˌʃtat/

Ορισμός και σημασία του "werkstatt"στα γερμανικά

Die Werkstatt
[gender: feminine]
01

εργαστήριο, εργοστάσιο

Ein Raum oder Gebäude, in dem repariert, gebaut oder gearbeitet wird
die Werkstatt definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Werkstatt
πληθυντικός τύπος
Werkstätten
Παραδείγματα
In dieser Werkstatt werden Möbel hergestellt.
Σε αυτό το εργαστήριο, παράγονται έπιπλα.

Λεξικό Δέντρο

werkstatt

werk

+

statt

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store