Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Werkstatt
[gender: feminine]
01
εργαστήριο, εργοστάσιο
Ein Raum oder Gebäude, in dem repariert, gebaut oder gearbeitet wird
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Werkstatt
πληθυντικός τύπος
Werkstätten
Παραδείγματα
In dieser Werkstatt werden Möbel hergestellt.
Σε αυτό το εργαστήριο, παράγονται έπιπλα.
Λεξικό Δέντρο
werkstatt
werk
statt



























