Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Werk
01
έργο, δημιούργημα
Ein geschaffenes Produkt, besonders in Kunst oder Literatur
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Werke
γενική πτώση
Werk(e)s
Παραδείγματα
Dieses Gemälde ist ein bekanntes Werk von Picasso.
Αυτός ο πίνακας είναι ένα γνωστό έργο του Πικάσο.
02
εργοστάσιο, βιομηχανία
Ein großer Betrieb zur industriellen Herstellung von Produkten
Παραδείγματα
Das Werk produziert Autos.
Το εργοστάσιο παράγει αυτοκίνητα.
LanGeek



























