Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sein
01
είμαι, βρίσκομαι
einen Zustand, eine Eigenschaft oder eine Identität haben
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
bin
γ΄ ενικό πρόσωπο
ist
ενεστώτα μετοχή
seiend
απλός αόριστος
war
παθητική μετοχή
gewesen
Παραδείγματα
Ich bin müde.
Είμαι κουρασμένος.
02
είμαι, υπάρχω
vorhanden sein oder existieren
Παραδείγματα
Es ist noch Hoffnung.
Υπάρχει ακόμη ελπίδα.
03
είμαι, έχω
wird zur Bildung von Zeiten wie Perfekt oder Plusquamperfekt verwendet
Παραδείγματα
Er ist nach Hause gegangen.
Αυτός έχει πάει σπίτι.
04
πρέπει, οφείλω
ausdrücken, dass etwas notwendig oder vorgeschrieben ist
Παραδείγματα
Das Formular ist bis morgen fertig zu sein.
Το έντυπο πρέπει να ολοκληρωθεί μέχρι αύριο.
sein
01
του, δικός του
zeigt Besitz oder Zugehörigkeit zu einem Mann oder zu etwas Neutrum
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Das ist sein Buch.
Αυτό είναι το βιβλίο του.
sein
01
του
ersetzt ein Nomen und zeigt Besitz an
Παραδείγματα
Das Buch ist seins.
Το βιβλίο είναι δικό του.
Das Sein
01
ύπαρξη, οντολογία
Das grundlegende Dasein oder die Existenz von allem
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Seins
Παραδείγματα
Das Sein ist ein zentrales Thema der Philosophie.
Το Όν είναι ένα κεντρικό θέμα της φιλοσοφίας.



























