Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sein
01
είμαι, βρίσκομαι
einen Zustand, eine Eigenschaft oder eine Identität haben
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
sein
α΄ ενικό πρόσωπο
bin
γ΄ ενικό πρόσωπο
ist
ενεστώτα μετοχή
seiend
απλός αόριστος
war
παθητική μετοχή
gewesen
Παραδείγματα
Er ist sehr freundlich.
Είναι πολύ φιλικός.
02
είμαι, υπάρχω
vorhanden sein oder existieren
Παραδείγματα
Nach dem Unfall war keine Gefahr mehr.
Μετά το ατύχημα, δεν υπήρχε πλέον κίνδυνος.
03
είμαι, έχω
wird zur Bildung von Zeiten wie Perfekt oder Plusquamperfekt verwendet
Παραδείγματα
Sie waren lange unterwegs gewesen.
Είχαν ήταν στο δρόμο για πολύ καιρό.
04
πρέπει, οφείλω
ausdrücken, dass etwas notwendig oder vorgeschrieben ist
Παραδείγματα
Das Problem ist sofort zu lösen.
Το πρόβλημα είναι για άμεση επίλυση.
sein
01
του, δικός του
zeigt Besitz oder Zugehörigkeit zu einem Mann oder zu etwas Neutrum
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Er suchte seinen Schlüssel.
Έψαχνε το κλειδί του.
sein
01
του
ersetzt ein Nomen und zeigt Besitz an
Παραδείγματα
Ist das Handy seins?
Είναι το κινητό τηλέφωνο δικό του;
Das Sein
01
ύπαρξη, οντολογία
Das grundlegende Dasein oder die Existenz von allem
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Seins
Παραδείγματα
In der Metaphysik wird das Sein ausführlich untersucht.
Το είναι μελετάται εκτενώς στη μεταφυσική.



























