Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pénétrer
01
διεισδύω, εισέρχομαι
entrer dans un lieu, souvent en franchissant une barrière ou une frontière
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
pénètre
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
pénétrons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
pénétrerai
ενεστώτα μετοχή
pénétrant
παθητική μετοχή
pénétré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
pénétrions
Παραδείγματα
L'armée a pénétré dans la zone interdite.
Ο στρατός διείσδυσε στην απαγορευμένη ζώνη.
02
διαπερνώ, διαποτίζω
traverser une substance ou un matériau
Παραδείγματα
L'huile pénètre rapidement le tissu.
Το λάδι διεισδύει γρήγορα στο ύφασμα.
03
διαπερνώ
comprendre profondément une idée ou un concept après une réflexion intense
Παραδείγματα
Il a mis des années à pénétrer la philosophie de Kant.
Του πήρε χρόνια να διεισδύσει στη φιλοσοφία του Καντ.
04
διαπερνώ, διεισδύω
s'infiltrer dans les pensées, la culture ou un système
Παραδείγματα
Ces valeurs pénètrent lentement la société.
Αυτές οι αξίες διεισδύουν αργά στην κοινωνία.



























