pénétrer
Pronunciation
/penetʁˈe/

Ορισμός και σημασία του "pénétrer"στα γαλλικά

pénétrer
01

διεισδύω, εισέρχομαι

entrer dans un lieu, souvent en franchissant une barrière ou une frontière
pénétrer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
pénètre
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
pénétrons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
pénétrerai
ενεστώτα μετοχή
pénétrant
παθητική μετοχή
pénétré
α΄ πληθυντικό παρατατικού
pénétrions
Παραδείγματα
Les racines pénètrent profondément dans le sol.
Οι ρίζες διεισδύουν βαθιά στο έδαφος.
02

διαπερνώ, διαποτίζω

traverser une substance ou un matériau
pénétrer definition and meaning
Παραδείγματα
La balle a pénétré la cible à 100 mètres.
Η σφαίρα διείσδυσε στον στόχο στα 100 μέτρα.
03

διαπερνώ

comprendre profondément une idée ou un concept après une réflexion intense
pénétrer definition and meaning
Παραδείγματα
Son regard semblait pénétrer mes pensées.
Το βλέμμα του φαινόταν να διεισδύει στις σκέψεις μου.
04

διαπερνώ, διεισδύω

s'infiltrer dans les pensées, la culture ou un système
Παραδείγματα
La peur a pénétré tous les aspects de leur vie.
Διαπερνώ έχει διαπεράσει κάθε πλευρά της ζωής τους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store