Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
peser
01
ζυγίζω, έχω βάρος
avoir un certain poids ou exercer une force vers le bas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
pèse
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
pesons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
pèserai
ενεστώτα μετοχή
pesant
παθητική μετοχή
pesé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
pesions
Παραδείγματα
Le sac pèse trop lourd pour l' enfant.
Η τσάντα ζυγίζει πολύ για το παιδί.
02
επηρεάζω, έχω βάρος
avoir une influence significative ou un impact lourd sur une situation
Παραδείγματα
Ton silence pèse plus que des mots.
Η σιωπή σου ζυγίζει περισσότερο από λόγια.
03
ζυγίζω, αναλογίζομαι
examiner attentivement les aspects positifs et négatifs avant de décider
Παραδείγματα
Elle pèse chaque risque potentiel.
Ζυγίζει κάθε πιθανό κίνδυνο.
04
ζυγίζω, μετράω το βάρος
mesurer le poids d'un objet ou d'une personne à l'aide d'une balance
Παραδείγματα
Nous devons peser la valise à l' aéroport.
Πρέπει να ζυγίσουμε τη βαλίτσα στο αεροδρόμιο.



























