pervers
per
pɛʁ
per
vers
vɛʁ
ver
Leclercbruyèremolièrerepaire

Ορισμός και σημασία του "pervers"στα γαλλικά

01

ανώμαλος, διεφθαρμένος

qui prend plaisir à ce qui est interdit ou moralement répréhensible 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus pervers
συγκριτικός βαθμός
plus pervers
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
pervers
αρσενικό πληθυντικό
pervers
θηλυκό ενικό
perverse
θηλυκό πληθυντικό
perverses
θεματικό πεδίο
morale, comportement, psychologie
Παραδείγματα
Il a des goûts pervers qui choquent son entourage. 

Έχει ανώμαλες προτιμήσεις που σοκάρουν το περιβάλλον του.

01

ανώμαλος, διεφθαρμένος

individu qui a des comportements moralement répréhensibles ou malveillants 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
pervers
θηλυκό ενικό
perverse
Παραδείγματα
Un pervers cherche toujours à nuire aux autres. 

Ένας διεστραμμένος προσπαθεί πάντα να βλάψει τους άλλους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store