Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pervers
01
ανώμαλος, διεφθαρμένος
qui prend plaisir à ce qui est interdit ou moralement répréhensible
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus pervers
συγκριτικός βαθμός
plus pervers
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
pervers
αρσενικό πληθυντικό
pervers
θηλυκό ενικό
perverse
θηλυκό πληθυντικό
perverses
Παραδείγματα
Un acte pervers nuit à la morale collective.
Μια διεστραμμένη πράξη βλάπτει τη συλλογική ηθική.
Le pervers
01
ανώμαλος, διεφθαρμένος
individu qui a des comportements moralement répréhensibles ou malveillants
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
pervers
Παραδείγματα
Les pervers agissent souvent dans le secret.
Οι διεστραμμένοι συχνά δρουν στο απόκρυφο.



























