Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
peser
01
ζυγίζω, έχω βάρος
avoir un certain poids ou exercer une force vers le bas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
pèse
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
pesons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
pèserai
ενεστώτα μετοχή
pesant
παθητική μετοχή
pesé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
pesions
Παραδείγματα
Ce colis pèse 5 kilos .
Αυτό το δέμα ζυγίζει 5 κιλά.
02
επηρεάζω, έχω βάρος
avoir une influence significative ou un impact lourd sur une situation
Παραδείγματα
Son opinion pèse dans nos décisions.
Η γνώμη του έχει βάρος στις αποφάσεις μας.
03
ζυγίζω, αναλογίζομαι
examiner attentivement les aspects positifs et négatifs avant de décider
Παραδείγματα
Il pèse toujours le pour et le contre.
Αυτός πάντα ζυγίζει τα υπέρ και τα κατά.
04
ζυγίζω, μετράω το βάρος
mesurer le poids d'un objet ou d'une personne à l'aide d'une balance
Παραδείγματα
Je pèse les fruits au marché.
Ζυγίζω τα φρούτα στην αγορά.



























