Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ouvert
01
ανοιχτός, προσβάσιμος
pas fermé, permettant le passage ou l'accès
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus ouvert
συγκριτικός βαθμός
plus ouvert
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
ouvert
αρσενικό πληθυντικό
ouverts
θηλυκό ενικό
ouverte
θηλυκό πληθυντικό
ouvertes
Παραδείγματα
La porte est ouverte.
Η πόρτα είναι ανοιχτή.
02
φιλόξενος, καλωσορίζων
étendu pour accueillir quelqu'un chaleureusement
Παραδείγματα
Elle l'a accueilli à bras ouverts.
Τον υποδέχτηκε με ανοιχτές αγκάλες.
03
ανοιχτόμυαλος, δεκτικός
réceptif aux idées nouvelles , aux autres opinions ou à la différence
Παραδείγματα
Il est très ouvert aux cultures différentes.
Είναι πολύ ανοιχτός σε διαφορετικούς πολιτισμούς.
04
προσβάσιμος, διαθέσιμος
disponible ou accessible pour utilisation ou participation
Παραδείγματα
Ce service est ouvert aux étudiants étrangers.
Αυτή η υπηρεσία είναι ανοιχτή σε ξένους φοιτητές.
05
ανοιχτός, ενεργοποιημένος
en position de fonctionnement, permettant l'écoulement ou la circulation
Παραδείγματα
Le robinet est resté ouvert toute la nuit.
Η βρύση παρέμεινε ανοιχτή όλη τη νύχτα.
06
ειλικρινής, ειλικρινής
honnête et direct dans ses paroles ou son comportement
Παραδείγματα
C'est un homme ouvert et sincère.
Είναι ένας ανοιχτός και ειλικρινής άνθρωπος.
07
σαφής
exprimé ou réalisé sans dissimulation, de manière claire et visible
Παραδείγματα
Il a fait une critique ouverte de la décision.
Έκανε ανοιχτή κριτική της απόφασης.
08
ανολοκλήρωτος, εκκρεμής
n'est pas terminé, laissé en suspens
Παραδείγματα
Le dossier est encore ouvert.
Το αρχείο είναι ακόμα ανοιχτό.
09
ανοικτός, δημόσιος
accessible à tout le monde, sans restriction
Παραδείγματα
Le concert est ouvert au public.
Η συναυλία είναι ανοιχτή στο κοινό.



























