l'ouvrier
Pronunciation
/uvʀije/

Ορισμός και σημασία του "ouvrier"στα γαλλικά

L'ouvrier
[gender: masculine]
01

εργάτης, εργαζόμενος

individu qui effectue un travail manuel ou spécialisé, souvent en usine ou sur un chantier
l'ouvrier definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
ouvriers
Παραδείγματα
L' ouvrier porte un casque pour sa sécurité.
Ο εργάτης φορά κράνος για την ασφάλειά του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store