Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ovale
01
οβάλ, ωοειδής
qui a une forme allongée et arrondie, semblable à un œuf
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus ovale
συγκριτικός βαθμός
plus ovale
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
ovale
αρσενικό πληθυντικό
ovales
θηλυκό ενικό
ovale
θηλυκό πληθυντικό
ovales
Παραδείγματα
La table ovale prend moins de place que la table ronde.
Το οβάλ τραπέζι καταλαμβάνει λιγότερο χώρο από το στρογγυλό.
L'ovale
01
οβάλ, έλλειψη
une figure plane ayant une forme allongée et arrondie, semblable à un œuf
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
ovales
Παραδείγματα
Le terrain de sport a la forme d'un ovale.
Το γήπεδο έχει το σχήμα ενός ωοειδούς.



























