Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le PACS
[gender: masculine]
01
αστική ένωση, πολιτική σύμβαση αλληλεγγύης
contrat légal français organisant la vie commune de deux personnes sans mariage
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
PACS
κύριο
Παραδείγματα
Le PACS est de plus en plus populaire en France.
Το PACS γίνεται όλο και πιο δημοφιλές στη Γαλλία.



























