Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le jarret
01
αστράγαλος, άρθρωση του αστραγάλου
partie de la jambe située derrière le genou chez l'homme ou entre la cuisse et la jambe chez les animaux (surtout les quadrupèdes)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
jarrets
Παραδείγματα
Le cheval s'est blessé au jarret.
Το άλογο τραυματίστηκε στον αστράγαλο.
02
κνήμη, μοσχαρίσιος μηρός
partie inférieure de la cuisse du bœuf, du porc ou du veau, utilisée pour la cuisson
Παραδείγματα
Le jarret de veau est délicieux en ragoût.
Το κνήμη μοσχαριού είναι νόστιμη σε στιφάδο.



























