le jardinage
jar
ʒaʁ
ζαρ
di
ντι
nage
nɑ:ʒ
ναζ

Ορισμός και σημασία του "jardinage"στα γαλλικά

01

κηπουρική, φροντίδα κήπου

activité de cultiver et entretenir un jardin 
le jardinage definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
jardinages
Παραδείγματα
Le jardinage est une activité relaxante. 

Η κηπουρική είναι μια χαλαρωτική δραστηριότητα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store