japonais
ja
ʒa
ζα
po
πο
nais
νε

Ορισμός και σημασία του "japonais"στα γαλλικά

01

ιαπωνικός, νιππονικός

qui se rapporte au Japon, à sa culture, sa langue ou ses habitants 
japonais definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
japonais
αρσενικό πληθυντικό
japonais
θηλυκό ενικό
japonaise
θηλυκό πληθυντικό
japonaises
θεματικό πεδίο
géographie, culture, identité
Παραδείγματα
Mon cousin japonais habite à Tokyo. 

Ο Ιάπωνας ξάδερφός μου μένει στο Τόκιο.

01

ιαπωνικά, ιαπωνική γλώσσα

langue parlée au Japon 
le japonais definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
J'apprends le japonais à l'école. 

Μαθαίνω ιαπωνικά στο σχολείο.

02

Ιάπωνας, Ιαπωνίδα

personne qui vient du Japon ou qui a la nationalité japonaise 
Παραδείγματα
Les Japonais vivent principalement au Japon. 

Οι Ιάπωνες ζουν κυρίως στην Ιαπωνία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store