Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le jardinage
[gender: masculine]
01
κηπουρική, φροντίδα κήπου
activité de cultiver et entretenir un jardin
Παραδείγματα
Le jardinage aide à améliorer la santé mentale.
Η κηπουρική βοηθά στη βελτίωση της ψυχικής υγείας.



























