Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
intervenir
01
παρεμβαίνω, διαμεσολαβώ
agir pour aider à résoudre un problème ou un conflit
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
être
α΄ ενικό πρόσωπο
interviens
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
intervenons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
interviendrai
ενεστώτα μετοχή
intervenant
παθητική μετοχή
intervenu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
intervenions
Παραδείγματα
Le professeur est intervenu pour calmer la dispute.
Ο δάσκαλος παρενέβη για να ηρεμήσει τη διαμάχη.
02
παρεμβαίνω, ανακατεύομαι
agir sans y être invité, se mêler d'une situation
Παραδείγματα
Ne intervient pas dans mes affaires !
Μην παρεμβαίνεις στις υποθέσεις μου.
03
παρεμβαίνω, χειρουργώ
faire une opération médicale pour soigner un patient
Παραδείγματα
Le chirurgien est intervenu avec succès.
Ο χειρουργός παρενέβη με επιτυχία.
04
συμβαίνει, λαμβάνει χώρα
se produire, arriver dans une situation ou un événement
Παραδείγματα
Un problème est intervenu pendant la réunion.
Ένα πρόβλημα προέκυψε κατά τη διάρκεια της συνάντησης.
05
διακόπτω, παρεμβαίνω
prendre la parole pendant que quelqu'un d'autre parle
Παραδείγματα
Il est intervenu pendant la réunion sans prévenir.
Παρενέβη κατά τη διάρκεια της συνάντησης χωρίς προειδοποίηση.



























