Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
interrompre
01
διακόπτω
couper la parole ou l'action de quelqu'un avant qu'il ait fini
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
interromps
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
interrompons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
interromprai
ενεστώτα μετοχή
interrompant
παθητική μετοχή
interrompu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
interrompions
Παραδείγματα
Ne m'interromps pas quand je parle, s'il te plaît.
Παρακαλώ μην με διακόπτεις όταν μιλάω.
02
αναστέλλω, διακόπτω
être suspendu temporairement, cesser provisoirement une activité ou un service
Παραδείγματα
Le service internet a été interrompu pendant plusieurs heures.
Η υπηρεσία διαδικτύου διακόπηκε για αρκετές ώρες.



























