Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
interpréter
01
ερμηνεύω
expliquer ou donner le sens d'un texte, d'un événement ou d'une situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
interprète
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
interprétons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
interpréterai
παθητική μετοχή
interprété
α΄ πληθυντικό παρατατικού
interprétions
Παραδείγματα
Elle interprète ses gestes comme un signe de soutien.
Εκείνη ερμηνεύει τις χειρονομίες του ως σημάδι υποστήριξης.
02
παίζω, εμφανίζομαι
jouer un rôle dans une pièce, un film ou un spectacle
Παραδείγματα
Elle interprète son personnage avec beaucoup d' émotion.
Ερμηνεύει τον χαρακτήρα της με πολύ συναίσθημα.
03
ερμηνεύω, εκτελώ
jouer ou chanter une œuvre musicale
Παραδείγματα
Elle interprète la musique avec beaucoup d' émotion.
Ερμηνεύει τη μουσική με πολύ συναίσθημα.



























