Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'interphone
01
θυροτηλέφωνο, ενδοεπικοινωνία
système de communication audio entre l'entrée d'un bâtiment et les résidents
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
interphones
Παραδείγματα
J'ai sonné à l'interphone mais personne n'a répondu.
Χτύπησα στο θυροτηλέφωνο αλλά κανείς δεν απάντησε.



























