Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
interrompre
01
διακόπτω
couper la parole ou l'action de quelqu'un avant qu'il ait fini
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
interromps
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
interrompons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
interromprai
ενεστώτα μετοχή
interrompant
παθητική μετοχή
interrompu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
interrompions
Παραδείγματα
Ils ont interrompu la séance pour une pause.
Διέκοψαν τη συνεδρίαση για διάλειμμα.
02
αναστέλλω, διακόπτω
être suspendu temporairement, cesser provisoirement une activité ou un service
Παραδείγματα
Il a été interrompu de ses fonctions pendant trois mois.
Διακόπηκε από τα καθήκοντά του για τρεις μήνες.



























