Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
interviewer
01
συνεντεύξω, ανακρίνω
interroger une personne de manière structurée pour obtenir des informations, souvent pour les médias ou la recherche
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
interviewe
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
interviewons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
interviewerai
ενεστώτα μετοχή
interviewant
παθητική μετοχή
interviewé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
interviewions
Παραδείγματα
Il sera interviewé à la radio.
Θα συνεντευχθεί στο ραδιόφωνο.



























