l'intervalle
intervalle
ɛ̃tɛʁval
eterval

Ορισμός και σημασία του "intervalle"στα γαλλικά

01

διάστημα, απόσταση

espace ou distance  entre deux points ,  deux objets ou deux moments 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
intervalles
Παραδείγματα
Il y a un long intervalle entre les deux concerts. 

Υπάρχει ένα μεγάλο διάστημα μεταξύ των δύο συναυλιών.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store