Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
L'intervalle
01
διάστημα, απόσταση
espace ou distance entre deux points, deux objets ou deux moments
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
intervalles
Παραδείγματα
L' intervalle entre les éclairs et le tonnerre se rétrécit.
Το διάστημα μεταξύ των αστραπών και του βροντή συρρικνώνεται.



























