Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
forger
01
σφυρηλατώ, διαμορφώνω
façonner un métal en le chauffant et en le martelant
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
forge
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
forgeons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
forgerai
ενεστώτα μετοχή
forgeant
παθητική μετοχή
forgé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
forgions
Παραδείγματα
Le forgeron forge une épée en acier.
Ο σιδηρουργός σφυρηλατεί ένα σπαθί από ατσάλι.
02
σφυρηλατώ, χτίζω
créer ou construire quelque chose par un effort continu
Παραδείγματα
Il a forgé une carrière brillante dans la musique.
Έχει δημιουργήσει μια λαμπρή καριέρα στη μουσική.
03
διαμορφώνω, χτίζω
construire ou former une idée, une opinion ou une image dans son esprit
Παραδείγματα
Elle s'est forgé une opinion ferme sur ce sujet.
Αυτή έχει σφυρηλατήσει μια σταθερή γνώμη πάνω σε αυτό το θέμα.
04
διαμορφώνομαι, χτίζομαι
se construire ou se développer (souvent pour la personnalité, la réputation, ou les idées)
Παραδείγματα
Une forte réputation se forge avec le temps.
Μια ισχυρή φήμη χτίζεται με το χρόνο.



























