Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
déboîter
01
εξαρθρώνω, ξεβιδώνω
séparer une pièce de son emplacement ou de son articulation en la tirant ou en la forçant
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
déboîte
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
déboîtons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
déboîterai
παθητική μετοχή
déboîté
α΄ πληθυντικό παρατατικού
déboîtions
Παραδείγματα
Il a déboîté la porte en tirant trop fort.
Ξεκόλλησε την πόρτα τραβώντας πολύ δυνατά.
02
ξεκολλάω, βγαίνω από τη θέση μου
sortir de son emplacement ou de son articulation de façon brutale ou accidentelle
Παραδείγματα
La porte a déboîté sous la force du vent.
Η πόρτα ξεχώρισε από τη θέση της κάτω από τη δύναμη του ανέμου.
03
αλλάζω απότομα λωρίδα, βγαίνω από τη λωρίδα μου
changer de file brusquement ou sortir de sa voie en roulant
Παραδείγματα
La voiture a déboîté sans mettre son clignotant.
Το αυτοκίνητο άλλαξε απότομα λωρίδα χωρίς να ανάψει το φλας.
04
εξαρθρώνω, εξαρθρώνομαι
sortir de son articulation de manière brutale ou accidentelle
Παραδείγματα
Son épaule s'est déboîtée pendant le match.
Ο ώμος του ξεκολλήθηκε κατά τη διάρκεια του αγώνα.



























