Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bon
01
καλός, καλή
qui a une qualité positive, qui sert bien ou qui est agréable
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le meilleur
συγκριτικός βαθμός
meilleur
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
bon
αρσενικό πληθυντικό
bons
θηλυκό ενικό
bonne
θηλυκό πληθυντικό
bonnes
Παραδείγματα
Ce livre est bon pour apprendre le français.
Αυτό το βιβλίο είναι καλό για να μάθετε γαλλικά.
02
ευγενικός, καλός
qui montre de la gentillesse et de la bienveillance envers les autres
Παραδείγματα
Il est très bon avec les enfants.
Είναι πολύ καλός με τα παιδιά.
03
επιδέξιος, ικανός
qui fait quelque chose avec habileté et compétence
Παραδείγματα
Il est un bon musicien.
Είναι ένας καλός μουσικός.
04
σωστός, ακριβής
qui est exact, correct ou conforme à la vérité
Παραδείγματα
C'est une réponse bonne.
Αυτή είναι μια καλή απάντηση.
05
νόστιμος, γευστικός
qui a un goût agréable et plaisant
Παραδείγματα
Ce gâteau est très bon.
Αυτό το κέικ είναι πολύ νόστιμο.
06
μεγάλος, σημαντικός
qui est important, grand ou remarquable
Παραδείγματα
Il a fait un bon travail.
Έκανε μια καλή δουλειά.
07
ακριβής, προσεκτικός
qui est fait avec soin, exact et précis
Παραδείγματα
Il a donné une mesure bonne.
Έδωσε μια καλή μέτρηση.
08
χρήσιμος, ωφέλιμος
qui aide ou sert bien dans un but précis
Παραδείγματα
Ce médicament est bon pour la santé.
Αυτό το φάρμακο είναι καλό για την υγεία.
Le bon
01
κουπόνι, δελτίο
petit document qui permet d'obtenir quelque chose sans payer, ou à prix réduit
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
bons
Παραδείγματα
J'ai utilisé un bon pour acheter ce livre.
Χρησιμοποίησα ένα κουπόνι για να αγοράσω αυτό το βιβλίο.
02
καλός άνθρωπος, καλό πρόσωπο
personne qui agit avec gentillesse, honnêteté et compassion
Παραδείγματα
C'est un bon qui pense toujours aux autres.
Είναι ένας καλός που σκέφτεται πάντα τους άλλους.
03
καλοσύνη, αγαθό
ce qui est juste, moral ou bénéfique
Παραδείγματα
Le bon finit toujours par triompher.
Το καλό πάντα καταλήγει να θριαμβεύει.
bon
01
εντάξει
mot utilisé pour montrer qu'on accepte, qu'on commence quelque chose, ou qu'on change de sujet
Παραδείγματα
Bon , on y va ?
Λοιπόν, πάμε;
02
ωχ, αχ
mot utilisé pour exprimer la surprise, l'impatience ou l'incrédulité
Παραδείγματα
Bon , tu plaisantes j'espère ?
Λοιπόν, αστειεύεσαι, ελπίζω;
bon
01
καλά, σωστά
de manière correcte, satisfaisante ou efficace
γραμματικές πληροφορίες
μη συγκρίσιμο
Παραδείγματα
Il a bon compris la question.
Έχει καλά καταλάβει την ερώτηση.



























