Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bombarder
01
βομβαρδίζω, επιτίθεμαι με βόμβες
attaquer avec des bombes depuis l'air ou l'artillerie
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
bombarde
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
bombardons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
bombarderai
παθητική μετοχή
bombardé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
bombardions
Παραδείγματα
L'armée a bombardé la ville ennemie toute la nuit.
Ο στρατός βομβάρδισε την εχθρική πόλη όλη τη νύχτα.
02
πετώ, ρίχνω
lancer ou projeter quelque chose avec force
Παραδείγματα
Les enfants ont bombardé le château de coussins.
Τα παιδιά βομβάρδισαν το κάστρο με μαξιλάρια.



























