Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bombarder
01
βομβαρδίζω, επιτίθεμαι με βόμβες
attaquer avec des bombes depuis l'air ou l'artillerie
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
bombarde
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
bombardons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
bombarderai
παθητική μετοχή
bombardé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
bombardions
Παραδείγματα
Le bombardement a détruit plusieurs bâtiments historiques.
Βομβαρδισμός κατέστρεψε πολλά ιστορικά κτίρια.
02
πετώ, ρίχνω
lancer ou projeter quelque chose avec force
Παραδείγματα
Les soldats ont bombardé l' ennemi avec des pierres.
Οι στρατιώτες βομβάρδισαν τον εχθρό με πέτρες.



























