Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
avoir
01
έχω, κατέχω
posséder ou être en possession de quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
ai
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
avons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
aurai
ενεστώτα μετοχή
ayant
παθητική μετοχή
eu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
avions
Παραδείγματα
J'ai un chat noir.
Έχω μια μαύρη γάτα.
02
αποκτώ, λαμβάνω
obtenir, recevoir quelque chose
Παραδείγματα
J'ai 5 sur 10 en maths.
Έχω 5 στα 10 στα μαθηματικά.
03
εξαπατώ, κοροϊδεύω
tromper ou duper quelqu'un, souvent de manière malhonnête ou rusée
Παραδείγματα
Il s'est fait avoir par un faux vendeur.
Τον εξαπάτησε ένας ψεύτικος πωλητής.
04
έχω
utilisé pour former les temps composés de la plupart des verbes
Παραδείγματα
Il a mangé trop vite.
Έχει φάει πολύ γρήγορα.
L'avoir
01
περιουσιακό στοιχείο, πλούτος
bien ou ensemble de biens possédés par une personne ; richesse matérielle
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Il a investi tout son avoir dans cette entreprise.
Avoir επένδυσε όλα τα περιουσιακά του στοιχεία σε εκείνη την εταιρεία.
02
κουπόνι, πιστωτικό σημείωμα
document délivré par un vendeur à un client pour corriger une facture (souvent en cas de retour de marchandise ou d'erreur)
Παραδείγματα
Le magasin m'a donné un avoir après le retour de l'article.
Το κατάστημα μου έδωσε ένα κουπόνι μετά την επιστροφή του αντικειμένου.



























