Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
apercevoir
01
παρατηρώ, διακρίνω
voir quelque chose ou quelqu'un rapidement ou par hasard
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
aperçois
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
apercevons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
apercevrai
ενεστώτα μετοχή
apercevant
παθητική μετοχή
aperçu
α΄ πληθυντικό παρατατικού
apercevions
Παραδείγματα
J'ai aperçu un oiseau rare dans le jardin.
Είδα ένα σπάνιο πουλί στον κήπο.
02
αντιλαμβάνομαι, κατανοώ
comprendre ou se rendre compte de quelque chose
Παραδείγματα
J'ai aperçu mon erreur trop tard.
Συνειδητοποίησα το λάθος μου πολύ αργά.
03
αντιλαμβάνομαι, συνειδητοποιώ
prendre conscience de quelque chose ou réaliser
Παραδείγματα
Je me suis aperçu que j'avais oublié mes clés.
Συνειδητοποίησα ότι είχα ξεχάσει τα κλειδιά μου.
04
βλέπω τον εαυτό μου, συνειδητοποιώ την δική μου παρουσία ή εικόνα
se voir soi-même, prendre conscience de sa propre présence ou image
Παραδείγματα
Elle s'est aperçue dans le miroir ce matin.
Είδε τον εαυτό της στον καθρέφτη σήμερα το πρωί.



























