Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
antique
01
αντίκα, παλαιός
old and often considered valuable due to its age, craftsmanship, or historical significance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most antique
συγκριτικός βαθμός
more antique
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The antique vase displayed in the china cabinet was passed down through generations.
Το αντίκα βάζο που εμφανίζεται στο ντουλάπι πορσελάνης πέρασε από γενιά σε γενιά.
Παραδείγματα
The festival honored antique traditions passed down for centuries.
Το φεστιβάλ τίμησε τις αρχαίες παραδόσεις που κληροδοτήθηκαν για αιώνες.
03
απαρχαιωμένος, παλαιός
outdated and belonging to an earlier time and no longer relevant or efficient
Παραδείγματα
The policy relies on antique practices that have n’t been effective in years.
Η πολιτική βασίζεται σε αρχαίες πρακτικές που δεν έχουν αποτελέσμα εδώ και χρόνια.
Antique
01
αντίκα, παλαιοπωλείο
an object from an earlier time, considered valuable due to its historical significance, craftsmanship, or rarity
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
antiques
Παραδείγματα
He inherited an antique pocket watch passed down through generations.
Κληρονόμησε ένα αντίκα τσέπης ρολόι που πέρασε από γενεές.
to antique
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
antique
γ΄ ενικό πρόσωπο
antiques
ενεστώτα μετοχή
antiquing
απλός αόριστος
antiqued
παθητική μετοχή
antiqued
Παραδείγματα
The designer antiqued the metal hardware to make it look centuries old.
Ο σχεδιαστής παλιωσε το μεταλλικό υλικό για να φαίνεται αιώνων.
02
ψωνίζω αντίκες, συλλέγω αντίκες
to shop for or collect old and valuable items
Παραδείγματα
She enjoys antiquing as a hobby, searching for valuable old books.
Απολαμβάνει το συλλογή παλαιών αντικειμένων ως χόμπι, ψάχνοντας για πολύτιμα παλιά βιβλία.



























