dated
da
ˈdeɪ
dei
ted
tɪd
tid
dazed

Ορισμός και σημασία του "dated"στα αγγλικά

01

ξεπερασμένος, παρωχημένος

no longer fashionable or commonly used 
dated definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most dated
συγκριτικός βαθμός
more dated
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The interior décor of the restaurant felt dated, with old-fashioned furnishings. 

Η εσωτερική διακόσμηση του εστιατορίου φαινόταν ξεπερασμένη, με παλιομοδίτικα έπιπλα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store