datum
da
ˈdeɪ
dei
tum
təm
tēm
atomstratum

Ορισμός και σημασία του "datum"στα αγγλικά

01

δεδομένο, σημείο αναφοράς

a single piece of information or a reference point used in analysis or measurement 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
data
Παραδείγματα
In statistical analysis, each individual response serves as a datum for further examination. 

Στη στατιστική ανάλυση, κάθε μεμονωμένη απάντηση χρησιμεύει ως δεδομένο για περαιτέρω εξέταση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store